Χαρμόσυνα πράγματα που σκέφτομαι πριν μπει η νέα χρονιά
Πολύ συχνά γκρινιάζουμε για τα πάντα γύρω μας. Μερικές φορές, όμως, απλώς χρειάζεται να δούμε τα πράγματα από ένα διαφορετικό perspective.
Με τη νέα χρονιά να πλησιάζει, θα σας πω την αλήθεια, δεν καταλαβαίνω και καμία ιδιαίτερη διαφορά, πέραν από το ότι ο καιρός είναι πιο κρύος. Εξάλλου, όλοι οι μήνες περνάνε γρήγορα πια - κι αυτή είναι η μεγάλη “νέα πραγματικότητα” μετά τα τριάντα.
Το κρύο, όμως, και τα φωτάκια που στολίζουν τα περισσότερα μπαλκόνια, αυτά τουλάχιστον δημιουργούν ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Αυτού του είδους οι Χειμωνιάτικες, κρύες νύχτες, με τα κίτρινα φωτάκια, ήταν κάποτε οι αγαπημένες μου.
Θυμάμαι, όταν ακόμη ζούσα Γιάννενα, να βγαίνω από το σπίτι μου στη Δωδώνης στις 10 το βράδυ και να ξεκινάω ένα μεγάλο περπάτημα προς το Παραλίμνιο, μετά προς τον Μώλο και μετά προς τα πάνω σημεία της πόλης (μπορεί να ήταν συνολικά 10 χιλιόμετρα) και να οργώνω ουσιαστικά όλη την πόλη μέσα στο κρύο.

Οι δρόμοι που διάλεγα ήταν συνήθως άδειοι. Άντε και να πετύχαινα κανέναν ακόμη περιπατητή ή καμιά φοιτητοπαρέα που πήγαινε στο τσιπουράδικο.
Μια από τα ίδια και όταν ζούσα Βερολίνο, αφού τα αντίστοιχα κρύα βράδια (ίσως και αρκετά πιο κρύα) έβγαινα από το σπίτι μου στην ανατολική άκρη του Friedrichshain και περπατούσα μέχρι το Alexanderplatz από τους πίσω δρόμους, που ήταν πάντα ήσυχοι και λουσμένοι με τα πορτοκαλί φώτα του ανατολικού Βερολίνου. (Μιλάμε για μια διαδρομή που πρέπει να είσαι λίγο… ιδιόρυθμος για να θες να την περπατήσεις, αφού πήγαινε-έλα είναι περίπου κάνα δίωρο)
Αλλά ξέρετε τι μου άρεσε περισσότερο; Η άπλα και η ησυχία. Μια άπλα που απλούστατα δεν μπορείς να τη βρεις στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας. Οι δρόμοι ήταν άνετοι και άδειοι και οι λιγοστοί άνθρωποι που συναντούσα κοίταζαν τη δουλειά τους και περπατούσαν ήσυχοι.
Αλλά ακόμη και στα σπασμένα πεζοδρόμια κάποιων παραδρόμων των Ιωαννίνων, μπορεί να μην είχα την ίδια “άπλα”, αλλά τουλάχιστον δεν είχα κανέναν άλλον να με ενοχλεί. Είχα, δηλαδή, την όμορφη ησυχία μου, και ανά διαστήματα την υπέροχη θέα της λίμνης.
Σήμερα, όμως, εκεί που μένω, ωωω… τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι.
Αυτή τη χειμωνιάτικη βραδιά, λίγο πριν μπούμε στο 2026, περπατώντας την ίδια διαδρομή που αναγκάζομαι να κάνω κάθε μέρα ξανά στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, έψαχνα με αγωνία λίγο “εγκεφαλικό χώρο”. Λίγη καθαρότητα μυαλού, πως το λένε…
Το μόνο όμως που αντίκριζα ήταν μια ενοχλητική, τριτοκοσμική εικόνα - ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχα ανάγκη.
Πεζοδρόμια μπλοκαρισμένα από παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μηχανάκια και πατίνια αφημένα στα όσο το δυνατόν χειρότερα σημεία.
Άνθρωποι που είτε σου κλείνουν τον δρόμο με αντικοινωνικό τρόπο γιατί δεν έχουν καμία αίσθηση του χώρου, η θείες που περπατάνε χωρίς να κάνουν στην άκρη σαν να θέλουν να σε αναγκάσουν να δηλώσεις υποταγή στο λαϊκό τους right-of-way.
Πεζοδρόμια με επικίνδυνα σπασμένα πλακάκια, δέντρα και κάδοι στη μέση του πεζοδρομίου και παρατημένα πράγματα που απαιτούν όλη σου την προσοχή για να μη σκοτωθείς.
Και φασαρία. Μια μόνιμη φασαρία από όλους, χωρίς κανένα λόγο. Αμάξια που τρέχουν με 80 σε περιοχή των 40, που γκαζώνουν, που κορνάρουν, που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι “διάβαση” σημαίνει σταματάω για να περάσει ο πεζός.
Και όχι, δεν είμαι μαζόχας. Δεν επιλέγω επίτηδες αυτή την περιοχή για να περπατήσω. Αν είχε κάποιο καλύτερο σημείο για να τα αποφύγω όλα αυτά, θα το διάλεγα. Όμως, με βάση το που μένω, δεν έχει - και αυτή είναι η μόνη μου επιλογή.
Και τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι βγαίνω για να περπατήσω λίγο για να απολαύσω τον δροσερό αέρα και να ξελαμπικάρω, και το μόνο που καταφέρνω είναι να νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος, μια εξωγενή πίεση από όλη αυτή τη σιχαμάρα τριγύρω μου, που καθόλου δε θυμίζει τα χαρμόσυνα πράγματα που θα έπρεπε να σκέφτομαι αυτές τις μέρες.
Κοιτάξτε, μα τον Θεό, δεν θέλω να γκρινιάζω. Μάλιστα, έχω προσπαθήσει πολύ για να σταματήσουν να με επηρεάζουν όλα αυτά. Συνήθως κάνω μια εσωτερική προετοιμασία πριν βγω από το σπίτι. Λέω στον εαυτό μου: «Είναι Ινδία εκεί έξω. Έχεις έρθει τουρισμό στην Ινδία. Έτσι είναι η κουλτούρα τους και δεν ξέρουν να οδηγάνε ή να φέρονται όπως περιμένεις εσύ. Θα πρέπει να χαμογελάς και να σου αρέσει γιατί έχει τουριστικό value».
Όμως, απλώς έχω και εγώ τα όριά μου στην εθελοτυφλία. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο στη γειτονιά μου, όπου βρίσκεται πια ένα κλειστό περίπτερο και μπροστά του υπάρχει μια πολύ μικρή λωρίδα πεζοδρομίου, όπου ίσα που μπορεί να περάσει ένας άνθρωπος. Να μη μιλήσω για μάνα με καρότσι ή άνθρωπο με κινητικά προβλήματα…
Και εκεί, που λέτε, πάνω από τις μισές φορές που περνάω από εκεί, κάποιος έχει παρκάρει το αμάξι του ακριβώς επάνω σε εκείνο το μικρό πεζοδρόμιο κλείνοντάς το εντελώς. Ενώ ειλικρινά, μπορεί ακριβώς απέναντι, στα τρια μέτρα, να έχει άνετο, ελεύθερο πάρκινγκ.
Ε, όταν βλέπω κάτι τέτοιο, όσα ηρεμιστικά mantra κι αν έχω ψάλλει μέσα μου, απλώς δεν μπορώ να το ελέγξω και κάτι εκρήγνυται μέσα μου και με πιάνει όλο αυτό που σας περιγράφω.
Όμως, όλη αυτή η υπερευαισθησία στην αντικοινωνικότητα δεν μου κάνει καλό, και το ξέρω. Το να εστιάζεις σε όλα τα στραβά και να νιώθεις ότι το περιβάλλον σου είναι τοξικό, καταλήγει να γίνεται και τοξικό βιολογικά. Γίνεται ένα μόνιμο στρες και σε τρώει από μέσα.
Όταν βλέπω τον κωλόγερο ηλικιωμένο κύριο που παρκάρει πάνω σε εκείνη τη μικρή λωρίδα πεζοδρομίου για να πάει να παίξει Kino στο διπλανό προποτζίδικο, αδιαφορώντας για τον οποιονδήποτε άνθρωπο θα αναγκαστεί να περπατήσει στον στενό δρόμο με τα αυτοκίνητα που τρέχουν με 80, κατά βάθος ζηλεύω την αναισθησία του. Είναι σαν τον τύπο από την ταινία Novocaine, που δεν ένιωθε πόνο και αυτό ουσιαστικά τον έκανε “υπερήρωα”.
Απλά στην προκειμένη, ο “ηλικιωμένος κύριος” γίνεται υπερ-βλακας. Είναι κι αυτή μια υπερδύναμη, όμως. Όσον αφορά τον ίδιο, έχει μετατραπεί στο κατάλληλο ζώο για το συγκεκριμένο περιβάλλον. Αποτελεί την ενδημική πανίδα που επιβιώνει (και βασιλεύει) στο βασίλειο της Ινδίας της Ευρώπης.
Και πάλι, όμως, δεν μπορεί, θα υπάρχει κάποιος τρόπος να μπορέσω να λειτουργήσω χωρίς σκοτούρες σε αυτό το περιβάλλον. Ίσως και η τόση ευαισθησία μου, τελικά, να είναι και αυτή κάποιου είδους πρόβλημα, από την ακριβώς αντίθετη πλευρά.
Αυτό ακριβώς σκεφτόμουν, λοιπόν, καθώς περπατούσα σήμερα. Είχα επιλέξει μάλιστα να συνεχίσω το περπάτημά μου από τους πίσω δρόμους της Τούμπας, μήπως και το κλίμα ήταν πιο ήσυχο. Και πάλι, δεν υπήρχε ελεύθερο πεζοδρόμιο να περπατήσω, γιατί ήταν όλα καλυμμένα (κυριολεκτικά) με αυτοκίνητα, αλλά τουλάχιστον δεν χρειαζόταν να διασταυρωθώ με περαιτέρω δίποδη “κίνηση”.
Κάπου εκεί σκέφτηκα πως ίσως και όλη αυτή η υπερευαισθησία να είναι απλώς ένα σύμπτωμα από κάτι άλλο. Ίσως του ότι δεν είχα κάποιο σοβαρότερο πρόβλημα να ασχοληθώ. Η αλήθεια ήταν πως όλα στη ζωή μου πήγαιναν καλά, είχα την υγεία μου και δεν υπήρχε κάτι αρκετά challenging στην καθημερινότητά μου που να αξιοποιούσε τη σκέψη μου όσο θα το ήθελα.
Ήμουν αρκετά “βολεμένος” δηλαδή, τώρα τελευταία, που το μυαλό μου είχε αρχίσει να καταναλώνει τις στροφές του σε οποιοδήποτε άσχετο “πρόβλημα” μπορούσε να βρει στο περιβάλλον μου. Δεν είναι τέλεια τα πεζοδρόμια; Φυσικά και θα τα έφτιαχνα καλύτερα, αν ήταν στο χέρι μου, αν ήμουν εγώ ο εργολάβος. Οδηγούν όλοι σαν καθυστερημένοι; Φυσικά και εάν ακολουθούσαν του προφανείς κανόνες που εγώ κατανοώ θα ήταν όλα καλύτερα και ασφαλέστερα.
Ξέρω, όμως, πως αν ένιωθα κάνα πονάκι κάπου στο σώμα μου, ή αν αρρώσταινα με οποιονδήποτε τρόπο, όλα αυτά για τα οποία γράφω θα γίνονταν κατευθείαν αδιάφορα. Οπότε, να, αυτή είναι η πρώτη πραγματικά χαρμόσυνη σκέψη που κάνω τώρα στις γιορτές: Ότι, ευτυχώς, γενικά τα πράγματα πηγαίνουν καλά και θα πρέπει να είμαι ευγνώμων για αυτό.
Κρατώντας αυτή τη μικρή, θετική λάμψη στην άκρη, ένιωσα πως ήθελα να μοιραστώ τις σκέψεις μου με κάποιον. Όσο παράξενο και να ακουστεί, ο “μόνος” που ένιωθα ότι θα ήταν άμεσα διαθέσιμος εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να “ακούσει” τις σκέψεις μου και να έχει την ικανότητα να μου δώσει την οποιαδήποτε ενδιαφέρουσα απάντηση ήταν το AI μοντέλο Grok 4.1.
Οπότε άνοιξα το app, το έβαλα σε voice mode και άρχισα να του περιγράφω όλα τα παραπάνω που μόλις διαβάσατε.
«Τι θα μπορούσα να κάνω, λοιπόν, για να μη νιώθω έτσι;» το ρώτησα τελικά.
Η απάντηση που μου έδωσε ήταν, με λίγα λόγια, “να αποδεχτώ τα πράγματα που δεν μπορώ να αλλάξω και να εστιάσω μέσα μου, σε όσα μπορώ, όπως τις ιδέες μου, τους στόχους μου και όσα μαθαίνω, σαν μια δομή κόντρα στο εξωτερικό χάος”. Και φυσικά να πηγαίνω συχνότερα στα πιο ωραία σημεία της πόλης μου, παρά να περπατώ στην Τούμπα.
Εγώ όμως δεν ικανοποιήθηκα, γιατί ήταν προφανές slop που το γνώριζα και ο ίδιος - οπότε το πρέσαρα λίγο ακόμη. Τότε μου είπε: “Κάνε reframe. Δέξου όλα αυτά που βλέπεις γύρω σου σαν “ωμά δεδομένα” και όχι σαν πράγματα που κρίνεις συναισθηματικά.”
«Μα, όσο κι αν προσπαθήσω να φιλτράρω όλα τα στραβά γύρω μου» συνέχισα, «όταν το περιβάλλον σου είναι τόσο αηδιαστικό, σε κρατάει πίσω, έτσι δεν είναι; Θέλω δεν θέλω, το περιβαλλον μου με επηρεάζει, όσο και να επιλέγω να αγνοώ τα στραβά του».
«Filter harder» μου λέει το AI. No shit… Και μετά μου δίνει λίγη ακόμη ψυχολογική φιλοσοφία, σε φάση “visualize your space as a neutral backdrop, and not as an adversary”.
«Οκ» του λέω κάπως ξενερωμένος από τις self-help γενικότητες, «αλλά έχεις κάποιο αληθινό παράδειγμα κάποιου ανθρώπου που ένιωθε κάτι παρόμοιο και πραγματικά κατάφερε να το φιλτράρει;»
«Ναι» μου λέει, «ο Viktor Frankl στα ναζιστικά στρατόπεδα. Χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς πάρκινγκ—καθαρή βρωμιά, και ο θάνατος να πλανιέται τριγύρω. Το αναπλαισίωσε ως ωμή επιλογή: να αντιδράσει ή να υποκύψει»
Εκεί άρχισα να γελάω.
Σταμάτησα για λίγο το AI και σταμάτησα να περπατάω κι εγώ. Πραγματικά, το AI είχε χιούμορ. Γέλασα τόσο πολύ με αυτή τη σουρεαλιστική σύγκριση, που για πρώτη φορά σε όλη μου τη βόλτα ξέχασα τα στραβά που έβλεπα γύρω μου. Εντάξει, ναι, σε σχέση με τον Frankl, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Ποιός θα μπορούσε να κάνει γαμημένο argue με αυτο το παράδειγμα;
«Εντάξει» του είπα μετά γελώντας, «μπορείς να βρεις κάποιο άλλο παράδειγμα, λίγο πιο relatable με τη δική μου κατάσταση; Όχι τόσο ακραίο;»
«Ο George Orwell στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, όπως καταγράφεται στο Down and Out in Paris and London. Βρωμιά, κατσαρίδες, μεθυσμένοι μάγειρες, καμία αξιοπρέπεια. Ωστόσο, παρατηρούσε, έγραφε, μετέτρεψε την εξαθλίωση σε κοφτερή πρόζα που ανύψωσε το μυαλό του».
Εδώ δεν θα σας κρύψω, έχω μπει πια σε χιούμορ-mode. Γιατί έχω δει πως το μόνο που έχει λειτουργήσει ως τώρα είναι αυτό. Το να τα πάρω όλα σαν αστείο.
Όλα αυτά που βλέπω γύρω μου, οι αντικοινωνικοί άνθρωποι, οι διαλυμένες υποδομές, η έλλειψη ενδιαφέροντος, η έλλειψη από “μεράκι”, η διαφθορά που είναι κομμάτι του DNA αυτής της κοινωνίας, όλα αυτά ΔΕΝ μπορώ να τα αλλάξω. Είναι αδύνατον, και το γνωρίζω.
Όλα αυτά δεν γίνεται να αλλάξουν γιατί κανείς δεν το θέλει, ή έστω το θέλουν μοναχά ελάχιστοι. Στο τέλος-τέλος, εγώ είμαι ο περίεργος στην υπόθεση, ο παράταιρος και προβληματικός, που θέλω καθαριότητα, τάξη, κοινωνική ενσυναίσθηση και “το κοινό καλό”.
Οπότε, ίσως, το μόνο που μένει είναι πράγματι να φιλτράρω την “προβληματική” πραγματικότητα, μέσα από χιούμορ.
Ίσως απλώς το χιούμορ να μου λείπει τελικά. Γιατί με την πολλή δουλειά με κώδικες και υπολογιστές έχω μάθει να βλέπω τα πράγματα πολύ αλγοριθμικά. Ενώ η πραγματικότητα, όταν βάζεις τους ανθρώπους στο παιχνίδι, σταματάει να έχει λογική. Γίνεται απλώς absurd.
Και να σας πω κάτι. Το Grok έχει δίκιο. Το LLM μοντέλο έχει όλα τα κείμενα από κάθε forum και ψυχολογικό βιβλίο που έχουν γραφτεί ποτέ και οι απαντήσεις που μου δίνει είναι όσο πιο ισορροπημένα σωστές μπορεί να είναι, αφού αποτελούν το στατιστικό consensus της ανθρώπινης γνώσης.
Κι αφού ο Orwell κατάφερε να βρει την ομορφιά στο βρωμερό Παρίσι, τότε μπορώ να τη βρω και εγώ στην χώρα μας, την “Ινδία της Ευρώπης”.
Γιατί, δεν είναι εντυπωσιακό, πως σε μια κοινωνία που ο καθένας κοιτάει μονάχα το ατομικό του όφελος και ακόμη και ο καλύτερος των καλύτερων προσπαθεί μονάχα μέχρι το “good enough”, ότι τελικά τα καταφέρνουμε να έχουμε τρεχούμενο νερό, και ρεύμα, και fiber internet και αρκετά καλή περίθαλψη υγείας;
Το εννοώ - δεν κάνω πλάκα. Είναι εντυπωσιακό που μέσα από τόσο χαοτικούς ανθρώπους, υπάρχει κάποια “μαγική κόλλα” που καταλήγει να τα κάνει όλα κάπως να λειτουργούν.
Ή για τη θεία που περπατάει στο πεζοδρόμιο με τρεις τσάντες στο χέρι, δίπλα στη φίλη της, και σου κλείνει άδικα τον δρόμο και κάνει ότι δε σε βλέπει ώστε να κουνηθείς εσύ και όχι αυτή. Όλο αυτό, έχει μια ομορφιά αν προσπαθήσεις να το δεις καλλιτεχνικά.
Αν μπεις μέσα στο μυαλό της, μέσα στον μικρόκοσμό της, μέσα στη μικρή φούσκα που έχει φτιάξει με τα κουτσομπολιά της γειτόνισσας, με το τι έκανε το παιδί της ξαδέρφης της με τη γυναίκα του, το πως η πωλήτρια στο μαγαζί με τα ρούχα νόμιζε ότι αυτή δεν ήξερε από καλά υφάσματα και την έβαλε στη θέση της λέγοντάς της ότι “ο άντρας της ήταν διευθυντής στη ΔΕΗ και την είχε πάει στην Αμερική για ψώνια πριν άλλοι βγουν καν από το χωριό της”. Όλο αυτό έχει μια ποιητική, ρουστίκ γλύκα. Αυτή η χωριάτικη αντίληψη του κόσμου, που λόγω του μικρού μεγέθους του μυαλού κάποιων, κάποια πράγματα που ενώ για άλλους είναι ανούσια, για αυτούς αποκτούν μεγάλη σημασία. Γίνονται μεγαλειώδη.
Κι ενώ όλοι εμείς φθειρόμαστε από τις ατέλειες των μίζερων δρόμων, άνθρωποι σαν και αυτή μπορούν και βρίσκουν την ομορφιά και το νόημα στα (ακραία) απλοικά πράγματα. Εκεί καταφέρνουν και βρίσκουν το νόημα.
Ενώ από την άλλη, ένας κομπλεξικός τύπος που του αρέσει η τάξη μπορεί να βλέπει τα παρκαρισμένα αμάξια που κλείνουν το πεζοδρόμιο. Αλλά εγώ που δεν είμαι κομπλεξικός με την τάξη, και που έχω χιούμορ και καλλιτεχνική όρεξη, μπορώ και βλέπω κάτι άλλο πίσω από τις ιδρωμένες τζαμαρίες του πρακτορείου ΟΠΑΠ.
Βλέποντας τους συμπαθείς υπέρβαρους κωλόγερους ηλικιωμένους κυρίους, να γελάνε βροντερά μέσα στον καπνό από τα τσιγάρα, υποστηρίζοντας την αθλητική τους ομάδα στην τηλεόραση, μπροστά μου ξεδιπλώνεται μια αληθινή στιγμή κοινωνικής συνοχής και δεσίματος. Ένα belonging. Βλέπω το third place στην πράξη, το σπίτι έξω από το σπίτι. Βλέπω την ομορφιά της κοινωνικής συνοχής, εκεί όπου το σημάδεμα των αριθμών πάνω στο δελτίο δεν είναι χασομέρημα άχρηστων κωλόγερων συνανθρώπων και εθισμός, αλλά μια αντρική ιεροτελεστία. Ένα παιχνίδι που κάνει τους μεγάλους άντρες να νιώθουν ξανά παιδιά.
Και τα σπασμένα πεζοδρόμια στον δρόμο της Πυλαίας που ολοκληρώθηκε πριν από ένα χρόνο, ενώ τα έργα ξεκίνησαν πριν από τέσσερα, και ήδη είναι παντού διαλυμένος σαν να μη φτιάχτηκε ποτέ, είναι απλώς ένα feature που ανεβάζει το quality of living για τους πιο fitness-oriented ανθρώπους της πόλης. Αποτελεί, ας πούμε, ένα καλό τερέν προπόνησης για όταν τρέχω ώστε να προετοιμάζομαι ταυτόχρονα και για διαδρομές βουνού. Και με τα αμάξια που μου κλείνουν τον δρόμο στα πεζοδρόμια, αποκτώ και ικανότητες για δρόμο μετ’ εμποδίων και οξύνω τις αισθήσεις μου.
Τελικά, άδικα γκρινιάζω. Κανονικά θα έπρεπε να χοροπηδάω από χαρά γύρω από τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα. Εάν το κοιτάξω λίγο πιο προσεκτικά, φαίνεται πως ζω στον επίγειο παράδεισο!
Φτάνοντας στο σπίτι μου γελούσα, γιατί σκεφτόμουν αυτό το άρθρο που γεννιόταν μέσα μου και είχα αρκετό καιρό να γυρίσω από περπάτημα κουβαλώντας ένα φρέσκο άρθρο στο μυαλό μου.
Φοβόμουν ότι ίσως έβγαινε λίγο μίζερο και γκρινιάρικο, αλλά τουλάχιστον είχα ήδη κερδίσει την χρήσιμη υπενθύμιση πως έπρεπε να βλέπω συχνότερα τα πράγματα με χιούμορ. Γιατί, αν τους παρατηρήσεις με ένα μικρό γελάκι στο στόμα, όλοι αυτοί οι ξεκούρδιστοι άνθρωποι τριγύρω μας, καταλήγουν να έχουν αρκετή πλάκα.
Και στην τελική, όσο δεν έχω σοβαρότερα προβλήματα από αυτό, τότε και πάλι, πρέπει να θυμάμαι να είμαι ευγνώμων.
Και αυτή ήταν η τελευταία χαρμόσυνη σκέψη που έκανα για φέτος.



